Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

15 Δεκεμβρίου τὸ βράδυ πρὸς 16, Παρασκευὴ πρὸς Σάββατο, ἀγρυπνία στὸ μητροπολιτικό μας Ναὸ τοῦ ἀγίου Δημητρίου στὴ Σιάτιστα, πρὸς τιμὴν τοῦ νέου ὁσίου μας ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΣΑΛΙΚΗ. Ἔναρξη ὥρα 20.30.


Ο θεολόγος επιστήμονας .


ΙΕΡΆ ΜΌΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΆΤΟΡΟΣ.

Νιώθω ένα χαστούκι στο μάγουλο, σηκώνω τα μάτια και βλέπω τον Άγιο Σπυρίδωνα





Ξέρετε, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι άγαμοι βρίσκονται υψηλότερα στην κλίμακα της αγάπης του Θεού. Δίπλα μου ήταν ένα βιβλίο για τη ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα, και σκεπτόμενος τον Άγιο έγγαμο, πάλι αυτός ο λογισμός πήρε θέση στη σκέψη μου, οπότε νιώθω ένα χαστούκι στο μάγουλο. Σηκώνω τα μάτια και τότε βλέπω τον Άγιο Σπυρίδωνα  ζωντανό και θυμωμένο μπροστά μου, αυστηρά να με ρωτάει πώς και το πιστεύω αυτό; Ο ίδιος δεν ήταν έγγαμος, ο Απόστολος Ανδρέας δεν ήταν έγγαμος; Ο Απόστολος Πέτρος δεν ήταν έγγαμος;

Όταν συνήλθα από αυτή την ψυχρολουσία, άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω για  τη ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα. Έφτασα στο σημείο που έλεγε ότι ο Άγιος πάντα είχε μεγάλη αγάπη και συμπάθεια στους αμαρτωλούς. Όταν κάποιοι κλέφτες πήγανε μία νύχτα να κλέψουνε πρόβατα απὸ τη μάνδρα του, που τη συντηρούσε για να βοηθά τους πεινασμένους, τυφλωθήκανε και δεν μπορούσανε να φύγουνε, και πιάσανε και φωνάζανε να τους ελεήσει και ο Άγιος, όχι μόνο τους ξανάδωσε το φως τους,  αλλὰ τους χάρισε κ᾿ ένα κριάρι, γιατί, όπως τους είπε, είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύχτα. Και τελικά, αφού τους νουθέτησε νάναι καλοὶ άνθρωποι, τους έστειλε στα σπίτια τους, χωρὶς να μάθει τίποτα η εξουσία για την κλεψιὰ που θέλανε να κάνουνε. 
"Αποκλείεται, δεν το πιστεύω", είπα. "Μα να τους χαρίσει και κριάρι, γιατί είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύκτα";
Άφησα το βιβλίο και ανέβηκα στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου. Εκεί μια σπουδαία μοναχή, η Βερονίκη,που για χρόνια είχε δουλέψει ως νοσοκόμα στην κλινική Αλεβιζάτου στην Ομόνοια, όπου εφημέριος ήταν ο Γέροντας Πορφύριος, μού πρότεινε να περπατήσουμε λίγο. Ήταν η εποχή που τα γύρω αμπέλια του μοναστηριού έγερναν γεμάτα ώριμα σταφύλια, έτοιμα για τρύγο. 
“Σκύψε, Γεράσιμε, σκύψε, να μην αναστατώσουμε τους ανθρώπους", μου λέει.
Γυρίζω και βλέπω δύο χωρικούς να κλέβουν σταφύλια από το αμπέλι του μοναστηριού.
Η Βερονίκη δεν φώναξε, δεν πρόσβαλε, δεν έδιωξε τους κλέφτες, αλλά μου είπε να σκύψω να μην μας δουν και αναστατωθούν.
Από τη Βερονίκη μού ήρθε λοιπόν απάντηση πώς φέρονται οι άνθρωποι του Θεού. Πριν λήξει η μέρα, η αμφισβήτησή μου για ό,τι έπραξε ο Άγιος Σπυρίδωνας με τους κλέφτες, διαλύθηκε.
Από διήγηση του π. Γεράσιμου Φωκά

Απόστολος Ανδρέας

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ.ΚΑΙ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΥΣ


Γέρων Χριστοφόρος Γρηγοριάτης: "Ἡ Παρουσία τῆς Παναγίας στό Ἅγιο Ὄρος" - 4Κ


ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ (γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης) 4 - ΝΩΝΤΑΣ ΣΚΟΠΕΤΕΑΣ


Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΚΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΕΡΑΜΙΔΙ (Άγιος Τριφύλλιος) - ΝΩΝΤΑΣ ΣΚΟΠΕΤΕΑΣ


π.Θεμ. Μουρτζανός: Διονυσίου Αρεοπαγίτου : ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ (6.12.2017)


«Αγάπησα το Μαρτύριο» (Παρέα της Τρίτης 28-11-2017)


Κάθετη δεσμίδα Αγίου Φωτός το Μεγάλο Σάββατο στα Ιεροσόλυμα κατά την τελετή.


Κείμενο μοναχού Νεόφυτου Γρηγοριάτη. Ρωμηοί Ορθόδοξοι Ελληνοκύπριοι Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους μας.





Ρωμηοί Ορθόδοξοι Ελληνοκύπριοι
Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους μας.

                Η πνευματική δίψα του Ελληνικού λαού για να μάθει και να ζήσει την εν Χριστώ ζωή, το Ευαγγέλιο και την Ελληνορθόδοξο Παράδοση και η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλεται από ξένους και εντόπιους(μερικούς) για να επιβληθεί και στην Ελλάδα και στην Κύπρο το Ευρωπαϊκό και Απωανατολικό πρότυπο ζωής, σκέψεως και παιδείας απασχόλησε τα τελευταία 15 – 20 χρόνια το Άγιον Όρος. Καρπός ανησυχίας και εν Χριστώ αγωνίας των Αγιορειτών για την κατάσταση αυτή είναι το ιεροκοινοτικό κείμενο περί παιδείας που έχει τίτλο «Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους μας», που δημοσιεύτηκε το 1984 και είχε βαθειά απήχηση στον Ελληνικό λαό. Επειδή τα ίδια και χειρότερα προβλήματα υπάρχουν στο χώρο της Παιδείας της Ελλάδος και Κύπρου, θα ήθελα να ξαναδιαβάσουμε  περιληπτικά τις κυριότερες θέσεις του κειμένου αυτού για να θυμηθούμε και να αξιολογήσουμε σωστά ποιοι είμαστε, τί πρέπει να κάνουμε, πώς πρέπει να ζήσουμε από τώρα και στο εξής, τί θα παραδώσουμε στα παιδιά μας αν θέλουμε να μείνουμε Έλληνες και Ορθόδοξοι και γιατί να επιμείνουμε σε αυτά τα δύο πνευματικά μεγέθη.
            Ευχαριστώ πρώτα τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Λεμεσού κ. Χρύσανθο και τον ιερέα της ενορίας σας, που έδωσαν την ευλογία τους να γίνει αυτή η ταπεινή διάλεξη.
            Στον πρόλογο του κειμένου της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους περί παιδείας διαβάζουμε τα εξής(σελ. 5): «Το Άγιον Όρος, συνήθως, ομιλεί με την σιωπή του. Υπάρχουν, όμως, περιστάσεις που η σιωπή του Όρους γίνεται λόγος. Αυτό συμβαίνει  όταν η Αλήθεια της Πίστεως και της Ζωής ,ας νοθεύεται… Δεν θέλουμε να μιλήσουμε εμείς ούτε να προβάλωμε ατομικές απόψεις. Θέλουμε και προσευχόμαστε να μιλήσει το Άγιον Όρος, η Ορθοδοξία. Να μιλήσουν αυστηρά και συγχρόνως φιλάνθρωπα. Όχι, για να καταδικάσουν αλλά, για να ανορθώσουν, να παραμυθήσουν.
            Η σιωπή του Αγίου Όρους, που γίνεται λόγος, είναι η επίσημη γλώσσα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ήταν η γλώσσα του Παραδείσου, των αγγέλων και των Αγίων. Αυτή την γλώσσα μιλά το Άγιον Όρος πάντοτε συνεχίζοντας την παράδοση. Και όταν χρειασθεί την κάνει λόγο. Όμως δεν παύει από του να είναι η σιωπή χρυσός και η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).
            Ας δούμε, λοιπόν, τί η σιωπή λέει (σελ. 7):
            «Μήπως όλο αυτό που ονομάζουμε νεοελληνικό πολιτισμό (ήθη, έθιμα, παιδεία, αγωγή…) ήταν κάτι καλό, είχε πράγματι αξία, αλήθεια και ενότητα αλλά, ήταν για μία εποχή που πέρασε;… Ο τεχνικός πολιτισμός, η βιομηχανική ανάπτυξη, τα μεγάλα αστικά κέντρα, τα μέσα ενημερώσεως(τηλεόραση, τύπος), ο τουρισμός,… δεν δημιουργούν νέες συνθήκες ζωής σε κλίμακα παγκόσμια; Και απαντά:
            (Σελ. 8) «Ο πολιτισμός μας… ανέτειλε εκ του «τάφου». Γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα σε δυσκολίες. Πολλές δοκιμασίες καταλυτικές, ποικίλων μορφών και ειδών πέρασαν από πάνω του, όμως δεν ξεριζώνεται εύκολα αλλά, θεριεύει. Πολλές φορές, όχι μία ξενιτευτήκαμε οι Έλληνες και δεν χάσαμε την πίστη μας και τον χαρακτήρα μας αλλά, τότε συχνά τα είδαμε καλύτερα και ζήσαμε πιο δυνατά.».
            Και επανέρχεται στα κοντά ερωτήματα: (Σελ. 9) «Γιατί στο θέμα της παιδείας να τα έχουμε χαμένα στον τόπο που γεννήθηκε η παιδεία; Γιατί μετά το 1821 ακόμη παραπαίουμε;».
            Αντί άλλης αναλύσεως ή απαντήσεως το κείμενο αναφέρεται στο τί είναι το Άγιον Όρος. Μας ανάγει σε μια άλλη σφαίρα οπτικής γωνίας της αιωνιότητος.
            (Σελ. 10) Στο Άγιον Όρος κάθε Μοναστήρι ένα άλλο μέγεθος, χαρακτήρας, τόπος, άλλη έκφραση της ίδιας πραγματικότητος, του ίδιου πνεύματος… Η λειτουργική κοινότης δέχεται τον καθένα. Ο κάθε άνθρωπος, χώρα βρίσκει τη θέση του.
Ισότης δεν είναι ισοπέδωση – αυτό είναι καταστροφή, φυσική ενέργεια για όλους. Ισότης μέσα στην Εκκλησία είναι το να βρει καθένας τον ρυθμό του. Να χαίρεται την ζωή του. Να βρει την δόξα στην ταπείνωση, τον πλούτο στην εκούσια φτώχεια, τον αληθινό, ολόσωμο γάμο με την χάρι του Θεού δια της εν Αγνότητι ζωής…
            (Σελ. 11) Υπάρχουν οι Σκήτες σαν μοναχικά χωριά… Υπάρχουν τα Κελλιά… Υπάρχουν τα Ησυχαστήρια… Κάθε Σκήτη, Κελλί, Ησυχαστήριο εξαρτάται από μία Μονή. Κάθε Μονή είναι αυτοδιοίκητη. Όμως υπάρχουν στις Καρυές οι είκοσι αντιπρόσωποι των είκοσι Μονών για τα γενικοτέρας φύσεως προβλήματα...
            (Σελ. 12) Όλοι είναι αδελφωμένοι και όλοι ελεύθεροι. Όλοι βρίσκουν τον ρυθμό της ζωής τους, δοξολογούν τον Θεό με όλη την ύπαρξή τους… Όλοι οι άνθρωποι είναι αναπαυμένοι. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν βρει τη θέση τους. Όλοι οι λαοί είναι αδελφωμένοι: Έλληνες, Ρώσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι είναι αγιορείτες, παιδιά της Παναγίας, αληθινοί αδελφοί εν τω υπερώω Τόπω της Θείας Λειτουργίας, στο Περιβόλι της Παναγίας.
            (Σελ. 13) Στο Άγιον Όρος σού κάνει εντύπωση η στοργή και η αυστηρότης. (Σελ. 14) Βρίσκεσαι σ’ ένα ελεύθερο και αληθινό πανεπιστήμιο· πανεπιστήμιο της ερήμου.
Δεν καλλιεργείς μία ικανότητά σου, ένα τάλαντό σου, μια ορισμένη ώρα της ζωής σου. Αξιοποιείς όλον τον εαυτό σου σ’ όλο τον χρόνο σου. Εξαγιασμός όλων των δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος. Χριστοποίησις και λογίωσις όλων των αισθήσεων του ανθρώπου. Να γίνει όλος μια αίσθηση… (Σελ. 15) Νοιώθεις κάτι νέο, ασύλληπτο, απερίγραπτο να σκηνώνει μέσα σου. Αντανακλά γύρω σου. Είναι γεμάτη η ύλη με Θεία Χάρη…
            Σου μαθαίνει να ευγνωμονείς, να αγαπάς τους αδελφούς σου, που είναι κοντά σου. Να βλέπεις τις αρετές τους. Και στο τέλος να ευχαριστείς, να είσαι υπόχρεος πιο πολύ για τις αδυναμίες, που πιθανώς ως άνθρωποι έχουν. Να μη βρίσκεις λόγους να τους ευχαριστήσεις, αν κάποτε σε πληγώσουν… (Σελ. 16) Το ίδιο πνεύμα κυκλοφορεί και φανερώνεται παντού. Στην όλη αρχιτεκτονική του Όρους… Στην διοργάνωση του προγράμματος. Στην έκφραση των εικόνων. Στην ποίηση. Στο μέλος. Στην αρχιτεκτονική του λόγου και της ζωής.
            Τί αρχιτέκτονες του λόγου είναι αυτοί οι Πατέρες! Τί ζωντανοί άνθρωποι! Πώς παίρνουν όλο τον πόνο, τον καρπό, την έκφραση των αρχαίων Ελλήνων και την αξιοποιούν, ευλογούν, μεταμορφώνουν!
Πώς μέσα από τις ακολουθίες, στους κανόνες, στα κείμενα των Πατέρων βρίσκουμε όλη την αναζήτηση της ανθρωπότητος δικαιωμένη!...
            (Σελ. 18) Και δια των Αγίων Πατέρων είναι όλοι παρόντες. Ακούς την γλώσσα του Ομήρου στους ιαμβικούς κανόνες. Την αττική και την «κοινή» στην υμνολογία και την πατερική θεολογία. Την βυζαντινή σε μεταγενέστερους συγγραφείς. Τη νεότερη στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου που μιλά ελεύθερα και δεν διστάζει να πει το άρμα του Προφήτη Ηλία «καρότζα», να μεταφράσει την επί πίνακι μεταφορά της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου ως μεταφορά μέσα σε «τζανάκι». Και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί δοτικές και απαρέμφατα… (Σελ. 19) Νοιώθεις να λάμπει το ένδυμα του λόγου τους με την ίδια χάρι που λάμπει η ψυχή τους.
            Ύστερα αναφέρεται στις σχέσεις πρωτοτύπου κειμένου και μεταφράσεως που έκαναν Αγιορείτες. Λέει: (Σελ. 20) «Υπάρχουν μερικές μεταφράσεις που σε βάζουν σε δίλημμα· τί να προτιμήσεις, την μετάφραση ή το κείμενο… Και όλο αυτό, γιατί ο μεταφραστής δεν δουλεύει μηχανικά πάνω σε λέξεις με λεξικά αλλά, πιο πολύ ζει τις ίδιες εκπλήξεις με τον πρώτο δημιουργό, είναι σύγχρονός του αν και τους χωρίζουν αιώνες, τρέφεται από την ίδια πηγή… Ζητά την «άγνωστον γνώσιν» και κάνει να ακουστούν τα ανήκουστα…
            (Σελ. 21) Η ζωή στο Όρος είναι συντροφιά με τους Αγίους, αστείρευτη πηγή εκπλήξεων…
            (Σελ. 22) Στο Άγιον Όρος «όλα είναι δωρεά της σαρκώσεως του Λόγου, της θεώσεως του προσλήμματος, της Αναστάσεως του Χριστού, της νίκης κατά του θανάτου, της επαναστάσεως δια της αναστάσεως του Χριστού, ολόκληρου του σύμπαντος.
            Επλήρωσε τα σύμπαντα ευωδίας. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός, γη και τα καταχθόνια. Και δια την υπερέχουσαν φανότητά του αυτό το φως φαίνεται και λέγεται γνόφος, παρά φως. Όσοι όμως πνευματικής ευμοιρήσωσιν χάριτος, όσοι αξιωθούν ενεργείας, μπορούν με τον νου και τις αισθήσεις να βλέπουν τα υπέρ πάντα νουν και αίσθησιν μυστήρια…
            (Σελ. 24) Στην θεολογία, πίστη και ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο Θεός γνωρίζεται αγνώστως, ορατά αοράτως. Αυτό σημαίνει ότι ενώ η θυσία του Θεού είναι απρόσιτη, αόρατη, αμέθεκτη ολωσδιόλου από τον άνθρωπο και τις δυνατότητες που αυτός διαθέτει, όμως οι άκτιστες ενέργειες του Θεού προΐενται, προχέονται και φθάνουν μέχρις ημών ως κάλλος εράσμιον, φως άπλετο, δόξα απόρρητος.
            (Σελ. 27) Αυτό το ίδιο φως το άκτιστο, η ευλογία και η χάρις νοιώθεις να προχωρεί σ’ όλο το Άγιον Όρος, σ’ όλο τον λαό μας, τον χώρο της ζωής του και το ήθος του.
            Τα ήθη και τα έθιμά μας είναι λειτουργικά. Και η αγωγή, το ήθος, η παιδεία μας είναι της Εκκλησίας.
Μέσα στην Εκκλησία όλα αγιάζονται και ευλογούνται και αποκτούν ένα προσωπικό χαρακτήρα.
(Σελ. 28) Όλα έχουν ένα προσωπικό χαρακτήρα. Δημιουργήθηκαν από πρόσωπο. Σέβονται τον άνθρωπο. Δημιουργούν πρόσωπα.
            Ανασταίνουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Παίρνει όνομα ο άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία… Και από τα υλικά δημιουργήματα προχέεται χάρις προσωπική, ανταύγεια άκτιστη, ανάπαυση και ευλογία που θεώνει τον άνθρωπο.
            Αφού είδαμε τι είναι η ζωή του Αγίου Όρους, τώρα θα δούμε τι είναι για μας τους Έλληνες και γενικά τους Ορθοδόξους η Αγια-Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι.
            (Σελ. 28) Κέντρο της ζωής μας ο Χριστός. Κέντρο κάθε κοινότητος ο ναός. Κέντρο του Γένους μας ολόκληρου η Αγια-Σοφιά, η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία… (σελ. 29).
            Μπορεί να έπεσε η Πόλις, να ξεσκίστηκαν τα ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας, να ατιμάστηκαν τα αγιάσματα, να έγινε τζαμί, μουσείο η Μεγάλη Εκκλησία. Κάτι, όμως δεν μπέφτει, δεν ξεριζώνεται, δεν ατιμάζεται. Η Αγια-Σοφιά λειτουργεί. Η Εκκλησία ζει. Κάθε ξωκλήσι, κάθε Λειτουργία, κάθε πιστός είναι Αγια-Σοφιά…
            Μπαίνοντας στην Αγια-Σοφιά, νοιώθεις σ’ όλη σου την ύπαρξη τι σημαίνει «καινή κτίσις», μένεις ακίνητος… Βλέπεις πως το τεράστιο, το βαρύ, το ασήκωτο μπορεί να υψωθεί, να αναληφθεί και να γίνει ουρανός, μένοντας ταυτόχρονα γη. Μια ουράνια οπτασία με υλική υπόσταση φωτίζει το «είναι» σου.
            (Σελ. 30) Καταλαβαίνεις γιατί οι αντιπρόσωποι του Βλαδίμηρου της Ρωσίας, όταν μπήκαν μέσα εδώ, έμειναν ενεοί. Δεν μπόρεσαν να επισκεφθούν άλλη χώρα για άλλη θρησκεία, δε χωρούσε καμμιά συζήτηση. Εδώ, είπαν, βρίσκεται ο ουρανός πάνω στη γη.
            (Σελ. 31) Ο Λόγος εσαρκώθη. Το δόγμα της Χαλκηδόνος διετυπώθη. Η Αγια-Σοφιά εκτίσθη. Η Λειτουργία της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου ιερουργείται. Αυτός είναι ο άξονας της ιστορίας μας.
            Η «κόκκινη Μηλιά» δεν είναι ένας γεωγραφικός τόπος. Η Μεγάλη Ιδέα – σήμερα μπορεί να την ονομάζουμε Κοινή Αγορά – δεν είναι η κατάληψη ενός χώρου αλλά, η άνοδος σε ένα πνευματικό επίπεδο, το να αναχθούμε στο ύψος του ήθους της Αγια-Σοφιάς, στο ύψος της ορθοδόξου Θείας Λειτουργίας…
            (Σελ. 32) Κάθε κοινότης με την Θεία Λειτουργία αποκτά το καθολικό της χαρακτήρα.
            Και όλο το Γένος μας είχε και έχει μια οικουμενική αποστολή, να μεταφέρει το μήνυμα της Αναστάσεως του Θεανθρώπου, της αναστάσεως του κάθε ανθρώπου.
            Μέσα από τους πειρασμούς αναδύεται άνεση πνευματική στην προσωπική ζωή. «Έπαρον τους περιασμούς και ουδείς ο σωζόμενος.».
            (Σελ. 34) Η Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία του Σταυρού και της Αναστάσεως. Και το φως αυτό το ανέσπερο, η χαρά η άληκτη που γεννάται εκ του τάφου, συγκρατεί, συνέχει και καλλύνει τα πάντα μέσα στην Εκκλησία.
            (Σελ. 35) Η θεολογία και η ευσέβεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανακεφαλαιώνονται στον χαρακτηρισμό του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ: « Χαρά μου, Χριστός Ανέστη.».
            Μετά από αυτά ερχόμαστε στην ενσάρκωση της αγωγής και της χάριτος του Αναστημένου Χριστού που διακρίνεται στα πρόσωπα όλων των Αγίων. (Σελ. 36) Μπορούμε, όμως, να τα δούμε χαρακτηριστικά και χειροπιαστά στη μορφή και το έργο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που γεννιέται πνευματικά στο Άγιον Όρος, παίρνει ευλογία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Σωφρόνιο και βγαίνει στο κήρυγμα… Έζησε στο Όρος 17 χρόνια. Ασκήθηκε. Έγινε Αγιορείτης αληθινός. Έμαθε να είναι ταπεινός. Αγιάστηκε. Ήταν καλή φύση ο ίδιος. Και ανέτειλε από μέσα του αυτό το θαύμα, ο ήλιος, που εφώτισε την υπ’ ουρανόν… Δεν τον εδίδαξε κανείς επί μέρους πράγματα· πως να μιλά, πως να γράφει στον κάθε πασά, πως να διοργανώσει την παιδεία…  (Σελ. 37) Μέσα στην Εκκλησία δεν παίρνεις εξωτερικές μηχανικές εντολές, που σε κάνουν ετεροκίνητο, ούτε αυτοσχεδιάζεις, μεταβάλλοντας σε πειραματόζωα τους ανθρώπους που ποιμαίνεις. Αλλά είσαι ελεύθερος, κινείσαι αυθόρμητα και υπακούεις στην μίαν Αλήθειαν και ζωή.
            Ο Άγιος Κοσμάς με όλη του την ζωή λέει στους Χριστιανούς: (Σελ. 38) Μη φοβάστε καθόλου. Είμαι μαζί σας. Είμαι ελάχιστος και αδύνατος. Δεν είμαι ικανός, όχι να σας διδάξω αλλά, ούτε να φιλήσω τα ποδάρια σας. Είστε βαπτισμένοι, μυρωμένοι και ο καθένας σας είναι μεγαλύτερος απ’ όλο τον κόσμο.
            Και εγώ σας ομιλώ σαν αδελφός, όχι σαν δάσκαλος. Η δουλειά η εδική μου είναι η εδική σας, είναι της πόστεώς μας, του γένους μας. Δεν ζητώ χρήματα, σκούμπουρο, κουρνιαχτό και αράχνη. Με λέγει ο Χριστός, να ζητήσεις ένα πράγμα όταν είναι τιμιώτερον από όλον τον κόσμον: να ζητήσεις τους αδελφούς σου και τες αδελφές σου να δεθείτε με την αγάπην, να σας βάλω εις τον Παράδεισον, να χαίρεσθε πάντοτε… Μη φοβάστε κανένα. Δώστε ό,τι σας ζητούν. Δώστε χαράτσια, χρήματα, πράγματα. Και το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν. Δε θα δώσετε μόνο την ψυχή σας και τον Χριστό. Απ’ εκεί θα βγουν όλα. Και ανοίξτε σχολεία Ελληνικά. Να βάλετε όλοι σας, για να σπουδάζουν όλα τα παιδιά, χωρίς να πληρώνουν. Να μάθουν τα παιδιά την Ελληνική γλώσσα, για να ξεσκεπάσουν όλα μυστήρια της ζωής και της Εκκλησίας μας που είναι εκεί κρυμμένα… Το σχολείον ανοίγει τες εκκλησίες, το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια…
            (Σελ. 40) Ο Άγιος Κοσμάς «είναι αληθινός επαναστάτης, ανανεωτ΄ξης των πάντων. Κρίνει τον πλούσιο που δε δίνει στον φτωχό. Διοργανώνει δωρεάν παιδεία. Σέβεται την γυναίκα. Βλέπει ότι την καταπιέζουν. Φανερώνεται πραγματικός υπερασπιστής της. Ρίχνει όλους στο φιλότιμο. Είναι ρήτορας, παιδαγωγός, ιεροκήρυκας, γλωσσοπλάστης, ησυχαστής. Είναι θεός κατά χάριν.
            (Σελ. 41) Γι’ αυτό και όταν έφτασε η ώρα να τον κρεμάσουν, δεν αντιστάθηκε καθόλου. Ζήτησε ήρεμα να μη του δέσουν τα χέρια… Ο θάνατός του ο μαρτυρικός ήταν μέσα στην πορεία της ζωής του, ήταν ένα κομμάτι του κηρύγματός του, μια επιβεβαίωση ότι ο θάνατος καταργήθηκε…»
            (Σελ. 42) Στη συνέχεια το κείμενο της Ι. Κοινότητος αναφέρεται στον Στρατηγό Μακρυγιάννη. Του πήρε σωστή αγωγή από τη «ματοκυλισμένη πατρίδα» του και την θρησκεία του Μιλά στον «Αϊ Γιάννη» σαν τον καλύτερό του φίλο. Και ο Αϊ-Γιάννης τον βοηθά και προχωρεί στη ζωή του. Και αγωνίζεται και νικά…
            (Σελ. 43) Μέσα από τα Απομνημονεύματά του φαίνεται ένας γνήσιος πιστός με ξεκάθαρα ορθόδοξα φρονήματα που ξέρει τί πιστεύει και ζητά από τον βασιλέα να βοηθήσει τον λαό τούτον να δοξάσει τον Θεό του ορθοδόξως και Ανατολικώς…
            (Σελ. 44) Στα «οράματα και θαύματα» λέει τα εξής ο Μακρυγιάννης για την Ορθοδοξία: «Το φως της Ορθοδοξίας αρκετά φέγγει συγκολλημένο εις τον σταυρόν, καρφωμένο, ματοκυλισμένο· όστις έχει πίστη, από τον γκρεμνόν σώζει· όστις πίστη δεν έχει, τσακίζεται και συντρίβεται δια πάντα.».
            Τώρα το ιεροκοινοτικό κείμενο αφού αναφέρθηκε στο Άγιος Όρος , στην Αγια-Σοφιά, στον Αγ. Κοσμά τον Αιτωλό, στον Στρατηγό Μακρυγιάννη  και στην Ελληνορθόδοξη Παιδεία που εκπροσωπούν, έρχεται στη σύγχρονη πραγματικότητα:
            (Σελ. 44) Τί σχέση έχουν όλα αυτά με εκείνα που μας μαθαίνουν στο σχολείο «αρχή και τέλος»; Τί σχέση έχουν οι διοργανωτές της Παιδείας μας με τους γενάρχες του Νέου Ελληνισμού;
            Θαυμάζουμε τον πατρο-Κοσμά και λογοκρίνουμε την διδασκαλία του· δεν τον αφήνουμε να πει στα παιδιά την αλήθεια.
            Επαινούμε τον Μακρυγιάννη και περιφρονούμε την καρδιά της ζωής του, βγάζοντάς τον τρελλό και θρησκόληπτο.
            Τί σχέση έχει ο ανδρισμός και η χάρη των Αγίων και των παλικαριών της παραδόσεώς μας με το ήθος αυτών που κάνουν διακηρύξεις για νέα ζωή στα παιδιά;
            Και ερωτά το κείμενο τους αναγνώστες: (Σελ. 46) Γιατί να μην ανάψουμε τη λαμπάδα της ζωής του παιδιού απ’ εδώ; Να δώσουμε σ’ όλα τα παιδιά τη δυνατότητα, πλησιάζοντας τους πορφυρούς και θεοφόρους τούτους ανθρώπους, τους Αγίους μας, να γίνουν κι αυτά άνθρωποι ζωντανοί, αυθόρμητοι, φοβεροί τοις υπεναντίοις, ατρόμητοι σε κάθε κίνδυνο, σε κάθε απειλή· φοβεροί στον ίδιο τον θάνατο;
            Τί θα έκανε ο Άγιος Κοσμάς ο θεμελιωτής της Νεοελληνικής Παιδείας αν ζούσε σήμερα; Το κείμενο λέει:
            (Σελ. 48) Είναι σαφέστατη η τοποθέτηση του Αγίου Κοσμά. Αν ζούσε εν σαρκί σήμερα, ήρεμα και ασυζήτητα, χωρίς να χαρίζεται σε κανένα, ούτε να χρονοτριβεί, θα έκλεινε τα υπάρχοντα σχολεία. Θα άνοιγε άλλα. Είναι ειδωλοκλάστης αναντιμετώπιστος. Και φίλος του ανθρώπου. Ανασταίνει την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, στο λαό…
            (Σελ. 49) Μετά απ’ όλα αυτά μας ρωτούν: Είστε υπέρ της δημοτικής ή υπέρ της καθαρευούσης;
Δεν είμαστε ούτε υπέρ της καθαρευούσης, ούτε υπέρ της δημοτικής. Είμαστε κατά του ψέμματος και του εμπαιγμού… Έπρεπε μόλις η δημοτική έγινε επίσημη γλώσσα του κράτους, να αυξηθεί η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών για να βρεθεί μια ισορροπία.
            (Σελ. 50) Αλλά φέρεται ως επιχείρημα ότι η απλοποίηση γίνεται για να μη κουράζονται τα παιδιά. Γι’ αυτό καταργείται η διδασκαλία της γλώσσας των πατέρων μας. Γι’ αυτό καταργούνται οι τόνοι.
            Και ποιος μας είπε ότι δεν θέλει ή δεν πρέπει το παιδί να κουράζεται;
            Πρέπει αυτός που δίδει την αγωγή και προσφέρει παιδεία να ξέρει ποιος κόπος θα ξεκουράσει τον μαθητή και ποια ξεκούραση θα τον φέρει σε αδιέξοδο και ναυτία… Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα, από πού το πήραμε, να καταδικάζουμε δια μιας σ’ αυτή τη ζοφερή αμάθεια όλα τα παιδιά της Ελλάδος; …
            (Σελ. 52) Ποιος μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να μείνουν «αγράμματα» σαν τον Μακρυγιάννη,  να μάθουν, να πάρουν τη χάρη του λαού του Θεού και τότε να γίνουν, οι αγράμματοι, οι καλύτεροι πεζογράφοι μας;
            (Σελ. 53) Αλλά εμείς ούτε με την απλή καθαρεύουσα, ούτε με τη δημοτική, φαίνεται οδηγήσαμε τα παιδιά σ’ αυτήν την πηγή, σ’ αυτήν την αίσθηση που χάρισε και χαρίζει πάντοτε η Ορθόδοξη Εκκλησία, που μιλά από την ημέρα της Πεντηκοστής όλες τις γλώσσες και μετά δίδει το ένα Πνεύμα.
            Καταδικάζουμε τον νέο άνθρωπο στη φυλακή. Και του δίνουμε τη δυνατότητα να κάνει διαβήματα συνδικαλισμούς του κλειστού χώρου και δεν πετυχαίνει στους στόχους του, τόσο πιο πολύ βυθίζεται σε αδιέξοδο.
            (Σελ. 54) Θέλουμε την ελευθερία που αρμόζει στη φύση μας. Σεβασμό σ’ αυτό που είμαστε ως άνθρωποι. Και μετά όλα τα άλλα… Η λογική τούτου του κόσμου μόνη της είναι φέρετρο. Τί να την κάνω την επιτυχία που δε νικά τον θάνατο; Ας έλθουν όλες οι αποτυχίες αρκεί να νικηθεί ο θάνατος και να πλημμυρίσει αιωνιότητα από τώρα η ζωή μου η αποτυχημένη.
            (Σελ. 58) Ακούμε να μιλάνε σήμερα για κουλτούρα, επαναστατικά κινήματα, διανόηση και προοδευτικότητα… Μέσα από την ορθόδοξη ησυχία και τη ζύμωση του νέου κρασιού που σχίζει τα παλιά ασκιά, όλα αυτά φαίνονται φοβερά για την τόλμη τους αλλά, ανεπαρκή για την ευτέλειά τους… Ο άνθρωπος δε χωρά εδώ. Όλη η κτίση, η ιστορία, ο κόσμος, η κουλτούρα, η πρόοδος, η επανάσταση – αν θέλετε και η θεολογία και η αρετή – όταν ξεκινούν και τελειώνουν εδώ, είναι φενάκη και όπιο για τον άνθρωπο και το λαό του Θεού… Μέσα στην Εκκλησία όμως, συμβαίνουν τα εξής:
            (Σελ. 59) Με την πράξη και την ενέργεια φτάνουμε εκεί όπου όλα γίνονται μόνα τους, ακόπως, «αυτομάτως».
            Και αφαιρείται το αυτεξούσιον από τον άνθρωπον. Και οδηγείται ο άνθρωπος από το μήτε αρξάμενον μήτε παυσόμενον πνεύμα. Και γίνεται κατά χάριν άναρχος και ατελεύτητος. Έγινε ένα με τον Θεό. Και είναι πάντα όσα ο Θεός χωρίς της κατ’ ουσίαν ταυτότητος – χωρίς να είναι κατά την ουσία Θεός – (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής).
            (Σελ. 65) Η Εκκλησία ούτε αφήνει τον άνθρωπο άθικτο κολακεύοντας τα πάθη του, ούτε τον εκνευρίζει άσκοπα με στείρες εντολές που αποβλέπουν σε εφήμερες επιτυχίες και καταστρέφουν τη φύση του. Γνωρίζει τις αδυναμίες και την αρρώστια του ανθρώπου. Ξέρει ότι ο άρρωστος έχει ανάγκη φροντιδός και όχι επιτιμίσει. Επεμβαίνει διακριτικά και σωτήρια, ακόμη και όταν η επέμβαση είναι φοβερά επώδυνη…
            (Σελ. 66) Δεν είναι η Εκκλησία αυτή που νομίζουμε. Δεν είναι αυτή που χτυπάμε, αυτή που βαλθήκαμε να καταστρέψουμε. Δεν έχει σχέση η Ορθοδοξία με «μεσαιωνισμούς», «μυστικισμούς», «κληρικαλισμούς», «σχολαστικισμούς» που ακούμε. Τόσοι δυτικοθρεμμένοι νομίζουν ότι σε Δύση και Ανατολή όλοι οι όροι έχουν το ίδιο  περιεχόμενο. Και προσπαθούν να μας ελευθερώσουν από αρρώστιες που δεν περάσαμε. Και μας αρρωσταίνουν με τις θεραπείες τους. Και μας περιπλέκουν με τις λύσεις τους.
            (Σελ. 68) Γνωρίζοντας την Ορθοδοξία, αυτή που είναι, ισορροπούμε… Το να γίνουμε ορθόδοξοι, δε σημαίνει κάπου να κλειστούμε αλλά, κάπου να αναχθούμε: Να βγούμε στο ύψος του σταυρού της αγάπης…
            Αν αυτοί που προηγήθηκαν ημών και έζησαν και τάφηκαν σε τούτα τα χώματα, αυτοσχεδίαζαν κάνοντας το κέφι τους, τότε θα μπορούσαμε και εμείς να συνεχίσουμε αυτοσχεδιάζοντας…
            (Σελ. 69) Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα βρισκόμαστε εν τόπω και χρόνω αγίω. Δεν μπορούμε να είμαστε επιπόλαιοι. Δεν ανήκουμε στον εαυτό μας. Ανήκουμε σ’ αυτούς που μας γέννησαν και σ’ όλο τον κόσμο. Είμαστε χρεωμένοι με πνευματική κληρονομιά. Δε μας σώζει καμμία δικαιολογία. Και όλα να τα πετάξουμε από το σχολείο, τα αρχαία, τα νέα, τα ιερά και τα όσια, δεν μπορούμε να δικαιολογηθούμε σε κανέναν, να απαλλαγούμε, ούτε να ξεχάσουμε το χρέος μας…
            Θέλουμε μεταρρύθμιση των πάντων. (Σελ. 72) Και αυτή η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει με το να μη κάνουμε καμμιά μεταρρύθμιση αλλά, να ζήσουμε αυτό που έχουμε. Να γίνουμε αυτό που είμαστε (που πρέπει να είμαστε). Να συνειδητοποιήσουμε αυτό που μας κληροδοτήθηκε και υπάρχει μέσα μας…
            Ποιά είναι η σημασία της Ελληνορθοδόξου Παιδείας για την εποχή μας; Το ιεροκοινοτικό κείμενο σημειώνει: (Σελ. 73) Προχώρησε η Δύση στη φιλοσοφία της. Προχώρησε στη γραμμή: η γνώση για τη γνώση. Έφτιαξε τον τεχνικό πολιτισμό, την πιο πεποικολμένη φυλακή για τον άνθρωπο.
            Και επαναστατεί σήμερα η νέα γενιά. Αντιδρά ο πιο ζωντανός κόσμος στη Δύση. Λέει όχι στον πολιτισμό του. Ζητούν κάτι άλλο, πιο σημαντικό, πιο μυστηριακό, που να αφορά και να σέβεται τον όλο άνθρωπο. Πάνε πέρα – δώθε.
            Φτάνουν μέχρι την Άπω Ανατολή ζητώντας ψυχοσωματική ισορροπία. Πέφτουν οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι θύματα στα χέρια των μάγων της Ανατολής, που τους εκμεταλλεύονται και τους υπόσχονται παραδείσους. Και είναι όλα αυτά τα συστήματα και οι θεωρίες, από ψυχολογικές υποβολές, μέχρι αγυρτιές και δαιμονισμοί και έρχονται οι γκουρού και δάσκαλοι των συστημάτων στη Δύση. Κερδίζουν έδαφος στις ψυχές των νέων…
            Τί συμβαίνει σ’ αυτούς; (Σελ. 74) Μπορώ να αναπνέω, αν θέλω, από το περιεχόμενο μιας φιάλης υγραερίου. Δεν μπορώ όμως, να επιζήσω αναπνέοντας αυτό το αέριο. Τα σπλάχνα μου είναι πλασμένα για τον ατμοσφαιρικό αέρα. Δεν μπορώ να αλλάξω τη φύση τους. Και τα σπλάχνα του όλου ανθρώπου είναι φτιαγμένα για να αναπνέουν, μέσα στο χώρο, το κλίμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μπορεί ο άνθρωπος να πραγματοποιήσει τον εαυτό του. Να φτάσει στη Θέωση.
            Για το πιο μεγάλο πρόβλημα, για το πιο τελευταίο, επείγον και σε παγκόσμια κλίμακα απλωμένο, το θέμα της ανησυχίας της νέας γενιάς, η ικανή να βοηθήσει δωρεάν όλον τον κόσμο αποτελεσματικά, και βέβαια, είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία.
            Η ιστορία, η εξέλιξη οδηγεί στην Ορθοδοξία.
            Και αν έρχονται σήμερα στο Όρος νέοι άνθρωποι απ’ όλη την Ελλάδα και αν καταφθάνουν απ’ όλο τον κόσμο, είτε για να ζήσουν μοναχοί είτε για να βαπτισθούν στο φως της χάριτος, δεν το κάνουν επειδή κάποιος εξωτερικά τους ωθεί αλλά, επειδή μια προσωπική δίψα τους έλκει. «Από την Ευρώπη γυρίσαμε πεινασμένοι», έγραφε ο Σεφέρης. Πάλι τα παιδιά της Ευρώπης και όλου του κόσμου μένουν πεινασμένα. Και δικαιολογημένα αντιδρούν και θα αντιδρούν ενόσω πάνε να τα ταΐσουν με ψευδαισθήσεις και όπια τεχνητών παραδείσων.
            Και δικαιώνεται η ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία;
            Και τελειώνει το ιεροκοινοτικό κείμενο με τα εξής: (Σελ. 76) Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί. Όντας έξω από τον κόσμο, βρισκόμαστε κάπως στην καρδιά του κόσμου. Όντας μακρυά από τον κόσμο, που έρχονται να ανοίξουν την καρδιά τους, το άγνωστο βάθος τους, σε κάποιον που ζει στην έρημο και προσπαθεί να ανήκει μόνο στον Θεό και σε όλους τους αγνώστους αδελφούς του…
            Στο Άγιον Όρος με ένα ιδιαίτερο τρόπο ζουν οι παλιοί Άγιοι και ακούγεται ο πόνος και ο κλαυθμός της ανθρωπότητος…
            Σαν Αγιορείτες πιστεύουμε ότι «δεν εξορκίζεται ο δαιμονισμός με δαιμονισμό. Η βία αντιμετωπίζεται με γαλήνη. Οι πάντες θα παλέψουν με το ασθενές, με το Αρνίον «το εστώς ως εσφαγμένον από καταβολής κόσμου» και θα τους νικήσει το Αρνίον» (Σελ. 78)…
            Η Ορθόδοξη Εκκλησία και αγωγή έδωσε τη δύναμη στον Άγιο Κοσμά και βλάστησε από τον τάφο του, το σκαμνί του αυτό το πολύκλωνο δέντρο που τρέφει το λαό. Η ίδια Ορθόδοξη Εκκλησία έμαθε στον Μακρυγιάννη να προσεύχεται όπως προσευχόταν, να απαντά και να αντιμετωπίζει τον Ντερνύ και τον Μπραΐμη, όπως τους αντιμετώπισε με τον λόγο του, τη χάρη του και τη ζωή του…
            Ας τα αφήσουμε να ανάψουν την λαμπάδα τού είναι τους προσωπικά από το φως της Αναστάσεως τού Κυρίου. Αν αυτό συμβεί, τότε καμμία απειλή δε θα μπορεί να σβήσει το φως και την φλόγα τής ζωής αυτής. Κάθε θύελλα, δοκιμασία θα κάνει το φως αυτό να λάμπει τηλαυγέστερα και να φωτίζει την υπ’ ουρανόν.
            Θα μπορούν έτσι όλα τα παιδιά να ζήσουν, να χαρούν τη ζωή τους εν Χριστώ Ιησού, εν παντί καιρώ και τόπω. Και ο δικός μας ο καιρός. Ο δύσκολος και ζοφερός· και ο δικός μας τόπος, ο μικρός και καθαγιασμένος, θα αναδειχθεί πάλι πηγή ζωής και φάους για τους πολλούς.

            «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον Αναστάντα εκ νεκρών».

«Τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα»...Η επιγραφή ήταν χαραγμένη στον τάφο του Βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β’ Φωκά και συμπύκνωνε σε μια πρόταση, τη ζωή και το άδοξο τέλος του.






«Τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα»...



Η επιγραφή ήταν χαραγμένη στον τάφο του Βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β’ Φωκά και συμπύκνωνε σε μια πρόταση, τη ζωή και το άδοξο τέλος του.
Ο αυτοκράτορας, που βρέθηκε στην εξουσία το 963, δολοφονήθηκε το 969 μέσα στο παλάτι του, την ώρα που κοιμόταν. Τη συνωμοσία για τη θανάτωσή του, είχε οργανώσει η σύζυγός του, Θεοφανώ, με τον εραστή της και ανιψιό του Νικηφόρου, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή....



Ο Νικηφόρος Φωκάς γεννήθηκε περί το 912 στην Καππαδοκία και ήταν γόνος της φημισμένης οικογένειας των Φωκάδων, πολλά μέλη της οποίας κατέλαβαν υψηλά αξιώματα στην αυτοκρατορία και αναδείχθηκαν στον στρατιωτικό αλλά και πολιτικό τομέα. Ο παππούς του ονομαζόταν και αυτός Νικηφόρος και είχε ηγηθεί των ρωμαϊκών δυνάμεων στην Ιταλία και την Σικελία επί Βασιλείου Α'. Έχοντας κάνει βίωμα στη ζωή του τη λέξη πειθαρχεία πρωταρχικό μέλημά του είναι να ενταχθεί στον Αυτοκρατορικό στρατό. Εντάχθηκε λοιπόν και το 945 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Z' ο Πορφυρογέννητος του ανέθεσε τη διοίκηση του Ανατολικού Θέματος, που βρισκόταν υπό την απειλή των Αράβων. Ήταν οι κύριοι αντίπαλοι του, τους οποίους κατατρόπωσε σε σειρά μαχών για να κερδίσει τον χαρακτηρισμό «Ο Ωχρός Θάνατος των Σαρακηνών».



Ο Νικηφόρος έλαβε σύζυγο και απέκτησε ένα γιο, τον Βάρδα. Αυτός παίζοντας με τον εξάδελφό του Πλεύση, τραυματίστηκε στο μάτι από ακόντιο και πέθανε σε νεαρή ηλικία. Φαίνεται, ότι σύντομα τον ακολούθησε και η μητέρα του. Ως φύση έντονα θρησκευτική ο Νικηφόρος επηρεάστηκε βαθύτατα από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων κι εκδήλωσε επιθυμία να μονάσει. Απέφευγε την κρεατοφαγία και δεν ήθελε να νυμφευθεί ξανά. Σε μια επίσκεψη του θείου του οσίου Μιχαήλ Μαλεϊνού στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον Αβράμιο, κατοπινό όσιο Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος είχε επισκεφθεί τον όσιο παρέα με το στρατηγό Ζεφινεζέρ. Οι δυο άνδρες συνδέθηκαν στενά και μετά την κουρά του ο όσιος Αθανάσιος ανέλαβε την καθοδήγηση του Νικηφόρου με την προτροπή του οσίου Μιχαήλ. Τότε ο Νικηφόρος έδωσε υπόσχεση να μονάσει, την οποία, όμως, δεν πρόλαβε να εκπληρώσει.
Το έτος 959 μ.Χ. κάθεται στο θρόνο ο Ρωμανός Β', γιος του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογέννητου, στεφθείς αυτοκράτωρας από τον πατέρα του το 945 μ.Χ. σε παιδική ηλικία. Αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του Νικηφόρου Φωκά είχε αποφασίσει να τον προάγει και να του αναθέσει την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς κάτι που ο Φωκάς έφερε σε πέρας το 961.
Ωστόσο η αυτοκράτειρα Θεοφανώ, ασκούσε τεράστια επιρροή στον άντρα της, που δεν τον γοήτευε η πολιτική και προτιμούσε να γλεντοκοπάει. Έτσι, δεν δυσκολεύτηκε να τον πείσει να φυλακίσει τις αδερφές του και πιθανές ανταγωνίστριες της, σε μοναστήρι. Η Θεοφανώ ήταν γυναίκα λαϊκής καταγωγής, κόρη ταβερνιάρη, και το πραγματικό της όνομα φέρεται πως ήταν Αναστασώ και είχε ελληνική καταγωγή από την Πελοπόννησο.


Ο Ρωμανός Β’  πέθανε το 963, σε ηλικία μόλις 26 ετών, έχοντας κυβερνήσει μόλις για 4 χρόνια. Οι φήμες για τα αίτια του θανάτου του αρκετές, με μερικούς να θεωρούν πιθανή την εμπλοκή και της γυναίκας του Θεοφανώ. Ο Ζωναράς αναφέρει ότι πέθανε «η φαρμάκω δηλητηρίω κατά τινάς η φιληδονίαις και μίξεσιν εαυτόν κατατείνας και ταύτας δαπανήσας την ισχύν του σαρκίου». Ύστερα από συσκέψεις που διενεργήθηκαν ανάμεσα σε Πατριάρχη, Σύγκλητο και ανώτερους παλατιανούς αποφασίζεται να αναγορευθούν αυτοκράτορες τα δύο ανήλικα αγόρια του Ρωμανού και μετέπειτα αυτοκράτορες Βασίλειος (958-1025), και Κων/νος (960-1028), με την Θεοφανώ να διορίζεται επίτροπος αυτών, μέχρι την ενηλικίωση τους. Γινόταν βέβαια φανερό ότι με τον τρόπο αυτό το κράτος θα έμενε ουσιαστικά ακυβέρνητο, έτσι θα έπρεπε να βρεθεί κάποιος ικανός αλλά και αρεστός που θα έπαιρνε τα ηνία.


Ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας που είχε το σημαντικό αξίωμα του παρακοιμώμενου, διάκειται εχθρικά προς τον Νικηφόρο Φωκά, το όνομα του οποίου συζητιόταν έντονα. Έτσι μετά από μια σειρά δολοπλοκιών, οργάνωσε επανάσταση εναντίον του μέσα στην Κωνσταντινούπολη Ωστόσο ο Φωκάς παρουσιάζεται στη Σύγκλητο, όπου με την βοήθεια ενός ισχυρού συγκλητικού του Βασίλειου θα πετύχει να γίνει επίτροπος των παιδιών αλλά και αυτοκράτορας στρατηγός της Ανατολής. Παράλληλα καταφέρνει να στηριχθεί και από τον Πατριάρχη Πολύευκτο (956-970), αφού πρώτα δεσμεύεται με όρκους ότι δεν θα πειράξει τα παιδιά του Ρωμανού. Θεωρώντας ότι τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει αναχωρεί εκ νέου για την Συρία. Το γεγονός προσπαθεί να εκμεταλλευθεί ο Βρίγγας που στέλνει επιστολή στον Ιωάννη Τσιμισκή, στην οποία του πρότεινε να γίνει ο ίδιος αυτοκράτορας.


Όμως ο Τσιμισκής (το όνομα του οποίου σύμφωνα με τον Λέων τον Διάκονο, σημαίνει στα Αρμενικά κοντούλης) θα προτιμήσει τελικά να παραμείνει κοντά στο νέο ισχυρό άνδρα της χώρας, αναφέροντας του τα τεκταινόμενα. Ο Φωκάς επιστρέφει ξανά στην Κωνσταντινούπολη, θα νυμφευθεί την Θεοφανώ και με την βοήθεια του στρατού, θα ανακηρυχθεί αυτοκράτορας.



Σύμφωνα με τους Ζωναρά και Σκυλίτζη, ο Φωκάς βοηθήθηκε από τον Βασίλειο Λεκαπηνό. Ο Βασίλειος Λεκαπηνός ή "Βασίλειος ο νόθος", νόθος γιος του αυτοκράτορας Ρωμανού Α΄, ευνουχισμένος από τον ίδιο τον πατέρα του, ήταν διοικητής της Ρωσικής και Βαραγγιανής αυτοκρατορικής φρουράς και είχε φροντίσει να διασπείρει ανθρώπους του στην πόλη με εντολή να επευφημούν τον Φωκά και ταυτόχρονα να καταφέρονται εναντίον του Βρίγγα. Ταυτόχρονα με 4.000 φρουρούς κατευθύνθηκε προς το σπίτι του Βρίγγα, όπου και το ‘κανε στάχτη. Ο Βρίγγας εξορίστηκε και στις 16 Αυγούστου, ο ίδιος ο Λεκαπηνός οδήγησε το ναυτικό στην αντιπέρα όχθη του Βοσπόρου για να πάρει τον νέο αυτοκράτορα και να τον φέρει στο παλάτι.


Ο νέος αυτοκράτορας θα ανταμείψει όσους τον βοήθησαν με τον Τσιμισκή να παίρνει την θέση που έως τότε κατείχε ο ίδιος, τον Βασίλειο να τίθεται επικεφαλής της Συγκλήτου (αναδεικνύοντας τον ουσιαστικά στον νούμερο 2 της αυτοκρατορίας) και τον αδερφό του Βάρδα να διορίζεται ως υπαρχηγός του. Αντίθετα οι αντίπαλοι του με πρώτο τον Βρίγγα εξορίζονται.
Ο νέος αυτοκράτορας ένα μήνα μετά παντρεύεται τη Θεοφανώ. Εκείνος είναι 52 ετών, κοντός, μελαψός, αρκετά χοντρός, με μακριά μαύρα μαλλιά. Είχε γαμψή μύτη, κοντή  γκρίζα γενειάδα, πυκνά φρύδια και ένα σκεπτικό και σκοτεινό βλέμμα στα μαύρα του μάτια. Ήταν αυστηρός και σκληρός άνθρωπος, μελαγχολικός και λιγομίλητος.άσχημος και τραχύς στους τρόπους. Εκείνη μόλις 20 ετών, λάμπει από νιάτα και ομορφιά. Ένας γάμος που σκοπό είχε να εδραιώσει τη θέση του αλλά ταυτόχρονα ήταν αποτέλεσμα του έρωτα που έτρεφε ο Φωκάς για τη Θεοφανώ.



Ένα απρόσμενο γεγονός ωστόσο που προκάλεσε αναστάτωση και παραλίγο να ματαιώσει το γάμο ήταν όταν έγινε γνωστό ότι ο Νικηφόρος ήταν ανάδοχος ενός ή και των δύο γιων της Θεοφανώς και σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες ο γάμος δεν ήταν επιτρεπτός. Επίσκοποι και κληρικοί του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος αποφάνθηκαν ότι η σχετική Νεαρά του έτους 819/820, δεν ήταν πλέον σε ισχύ καθώς είχε εκδοθεί από εικονομάχους αυτοκράτορες. Ο πατριάρχης Πολύευκτος εμμένοντας στις αμφιβολίες του κάλεσε τον Νικηφόρο και ζήτησε εξηγήσεις. Η κατάσταση ξεκαθαρίστηκε με την εμφάνιση ψευδομαρτύρων, που ισχυρίστηκαν ότι ανάδοχος δεν ήταν ο Νικηφόρος, αλλά ο πατέρας του Βάρδας. Ο Πολύευκτος, σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, αν και κατάλαβε ότι αυτοί ψεύδονταν, έδωσε τη συγκατάθεσή του για την τέλεση του γάμου.


Ερωτευμένος με πάθος μαζί της, ξετρελαμένος από την ακτινοβόλο ομορφιά της, έκανε για αυτήν σύμφωνα με το επιφυλακτικό και σύντομο σχόλιο του ιστορικού Λέοντος του Διακόνου «περισσότερα απ΄όσα έπρεπε». Αυτός ο οικονόμος, σοβαρός, αυστηρός άνδρας γέμιζε την ωραία πριγκίπισσα πολυτελή δώρα, υπέροχες τουαλέτες, λαμπερά κοσμήματα. Την περιέβαλλε με εκθαμβωτική πολυτέλεια. Της δημιούργησε μια περιουσία προικίζοντάς την με θαυμάσια κτήματα και κομψές βίλες. «Τίποτα, λέει ο Schlumberger, δεν ήταν πολύ ακριβό, τίποτα δεν ήταν υπερβολικά όμορφο για να το προσφέρει στην πολυαγαπημένη του βασίλισσα».


Ο Φωκάς στην αρχή της βασιλείας του ήταν ιδιαίτερα αγαπητός όμως σιγά σιγά έχανε ολοένα και περισσότερο τη δημοτικότητά του. Και αυτό γιατί η συνεχής πολεμική δραστηριότητα για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις.


Ταυτόρονα ο κλήρος, που ο Νικηφόρος περιόριζε τα προνόμιά του, οι μοναχοί των οποίων προσπαθούσε να μειώσει την τεράστια ακίνητη περιουσία, δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους. Ο πατριάρχης ήταν σε ανοιχτή αντίθεση με τον αυτοκράτορα. Στην πρωτεύουσα ξέσπασαν ταραχές. Ο Νικηφόρος προπηλακίστηκε από το λαό, του πέταξαν πέτρες. Και παρά την αξιοθαύμαστη ψυχραιμία που έδειξε σ΄αυτή την περίσταση, λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του, αν οι οικείοι του δεν τον είχαν απομακρύνει εγκαίρως.


Δυο συστατικά έλλειπαν για να συμπληρωθεί το μωσαϊκό που απαιτούσε η διοργάνωση μιας συνομωσίας: ο ηγέτης της συνομωτικής ομάδας και ένα πρόσωπο έμπιστο δίπλα στο θύμα. Βρέθηκαν και οι δύο και μάλιστα έχοντας δημιουργήσει τον πιο επικίνδυνο συνδυασμό σε τέτοιες περιπτώσεις: ένα ερωτικό δεσμό. Οι δυο πρωτεργάτες της συνομωσίας δεν ήταν άλλοι από τον Ιωάννη Τσιμισκή, μέχρι πρότινος δεξί χέρι του Φωκά, και τη Θεοφανώ.
Μπορεί εύκολα κανείς να αναλογιστεί ότι ήταν πολύ εύκολο για τη Θεοφανώ να ερωτευτεί τον Τσιμισκή καθώς ήταν το ακριβώς αντίθετο από τον γερασμένο ξερακιανό και κακάσχημο Νικηφόρο. Ο Ιωάννης ήταν νέος και γοητευτικός, με εντυπωσιακό παράστημα και κοκκινόξανθα μαλλιά, κάθε γυναίκα υπέκυπτε στη γοητεία του και η πανέμορφη Θεοφανώ θα τον ερωτευτεί και αυτό θα αποδειχτεί μοιραίο λάθος για κείνη…




Ο Ιωάννης Τσιμισκής ήταν απογοητευμένος και παραγκωνισμένος από τον αυτοκράτορα και είχε αποσυρθεί στα κτήματα της οικογένειάς του στη Μικρά Ασία. H σχέση του με την αυτοκράτειρα εξυπηρετούσε τα σχέδια του  για την εξουδετέρωση του Φωκά και τη δική του άνοδο στο θρόνο.
Σε πρώτη φάση η Θεοφανώ κατάφερε να πείσει τον άντρα της να δεχτεί την ανάκληση του Τσιμισκή στη Βασιλεύουσα υπό τον όρο ότι θα παρέμεινε στην οικία στη Χαλκηδόνα, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου και ότι θα του επιτρεπόταν η είσοδος στην Πόλη μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Τσιμισκής, κάθε βράδυ περνούσε τα στενά με πλωτό μέσο και στη συνέχεια με μεγάλη προφύλαξη έφτανε στα ιδιαίτερα δωμάτια της αυτοκράτειρας. Η αναζήτηση έμπιστων συνομωτών δεν ήταν δύσκολη εξαιτίας της μεγάλης δυσαρέσκειας που υπήρχε για το Φωκά. Οι πιο σημαντικοί ήταν ο παρακοιμώμενος Βασίλειος, (ο νόθος γιος του Ρωμανού Λεκαπηνού)  και ο Μιχαήλ Βούρτζης, ήρωας της πτώσης της Αντιόχειας, που εξαιτίας διαφωνιών είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά του.
Το καλά οργανωμένο σχέδιο της Θεοφανούς, είχε προγραμματιστεί να τεθεί σε εφαρμογή τα ξημερώματα της 10ης προς 11η Δεκεμβρίου....
To απόγευμα της ίδιας μέρας συνομώτες, μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, με τα ξίφη τους κρυμμένα κάτω από τα μακρά γυναικεία φορέματα, κρύφτηκαν στους θαλάμους της Θεοφανούς. Μια αιφνιδιαστική έρευνα από άνθρωπο του Φωκά παραλίγο να αποκαλύψει τη συνομωσία, αλλά την τελευταία στιγμή η αυτοκράτειρα κατάφερε να πάρει με το μέρος της και αυτόν τον ίδιο τον άνθρωπο του Φωκά.



Όπως διηγείται ο Ιωάννης ο Διάκονος, που μας έχει αφήσει μια πολύ συναρπαστική αφήγηση του δράματος, ήταν μια παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη, ενώ καθώς περνούσαν οι ώρες ξέσπασε μια φοβερή χιονοθύελλα. Οι επίδοξοι δολοφόνοι περίμεναν το Τσιμισκή, παρά την κακοκαιρία, να περάσει τα στενά και να εισέλθει στο παλάτι. Ένας φόβος κυρίεψε τότε τους συνωμότες: αν ο αυτοκράτορας κλεινόταν στο δωμάτιό του, αν χρειαζόταν να παραβιάσουν την πόρτα του, αν ξυπνούσε από τον θόρυβο, δε θα χάνονταν όλα; Η Θεοφανώ, με τρομαχτική ψυχραιμία, ανέλαβε να παραμερίσει το εμπόδιο. Πήγε αργά το βράδυ να βρεί τον Νικηφόρο στο διαμέρισμά του, συζήτησε φιλικά μαζί του και μετά, με το πρόσχημα οτι πήγαινε να δεί μερικές νεαρές Βουλγάρες που βρίσκονταν για επίσκεψη στο Παλάτι, βγήκε έξω, λέγοντας ότι θα γύριζε σε λίγο, παρακαλώντας το σύζυγό της ν΄αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Θα την έκλεινε εκείνη γυρίζοντας. Ο Νικηφόρος δέχτηκε και όταν έμεινε μόνος, προσευχήθηκε για λίγο, φόρεσε το τρίχινο μανδύα του και μετά ξάπλωσε σε μια γωνία, πάνω σε ένα δέρμα από πάνθηρα  και κοιμήθηκε.
Ήταν περίπου έντεκα το βράδυ. Έξω χιόνιζε και ο αέρας φυσούσε μανιασμένα στον Βόσπορο. Με μια μικρή βάρκα, ο Ιωάννης Τσιμισκής έφτασε στην έρημη αποβάθρα που απλωνόταν κάτω απο τους τοίχους του αυτοκρατορικού κάστρου στον Βόσπορο. 


Μ΄ένα καλάθι στερεωμένο στην άκρη ενός σχοινιού τον ανέβασαν στο γυναικωνίτη και οι συνωμότες με επικεφαλής τον αρχηγό τους, μπήκαν στο δωμάτιο του ηγεμόνα. Για μια στιγμή επικράτησε αναστάτωση: το κρεβάτι ήταν άδειο. Όμως ένας ευνούχος του γυναικωνίτη, που ήξερε τις συνήθειες του Νικηφόρου, έδειξε στους συνωμότες τον βασιλέα που κειτόταν σε μια γωνιά, κοιμισμένος πάνω στο δέρμα του πάνθηρα. Ρίχνονται μανιασμένα πάνω του. Ακούγοντας το θόρυβο ο Φωκάς ξυπνάει και σηκώνεται. Με μια σπαθιά ένας απο τους συνωμότες του ανοίγει το κεφάλι απο την κορυφή του κρανίου ως την καμάρα των φρυδιών. Καταματωμένος, ο άτυχος άνδρας φώναζε: «Θεοτόκε, βοήθησέ με!» Χωρίς να τον ακούσουν, οι δολοφόνοι τον σέρνουν στα πόδια του Τσιμισκή, που τον βρίζει και με μια βίαιη κίνηση του ξεριζώνει τη γενειάδα. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αρχηγού τους, όλοι ρίχνονται πάνω στον δύστυχο μισοπεθαμένο άνδρα που αναπνέει με δυσκολία. Τελικά, με μια κλωτσιά ο Ιωάννης τον ρίχνει κάτω και τραβώντας το ξίφος του του καταφέρει ένα φοβερό χτύπημα στο κρανίο. Μ΄ένα τελευταίο χτύπημα, ένας άλλος από τους συνωμότες τον αποτελειώνει. Ο αυτοκράτορας πέφτει νεκρός, λουσμένος στο αίμα του.


Σχεδόν αμέσως μετά χίμηξαν μέσα οι Βάραγγοι φρουροί για να σώσουν τον άρχοντά τους, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Εμβρόντητοι αντίκρισαν το ακέφαλο πτώμα του Φωκά μέσα σε μια λίμνη αίματος, ενώ ένας δολοφόνος κρατούσε θριαμβευτικά το κεφάλι του και το έδειχνε έξω από το παράθυρο σε υποστηρικτές του Τσιμισκή. Οι Βάραγγοι αντιλήφθηκαν ότι είχαν βρεθεί προ τετελεσμένου. Δεν είχαν άλλη επιλογή από την υποταγή στον νέο αυτοκράτορα.


Τα κακά νέα διαδίδονται πάντα πιο γρήγορα από τα καλά. Αμέσως μετά, άνθρωποι του Τσιμισκή, ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βασιλεύουσας κραυγάζοντας "Ιωάννης Αύγουστος, Βασιλέας των Ρωμαίων" αλλά και τα ονόματα των δύο διαδόχων του Βασίλειου και του Κωνσταντίνου, των γιων του αυτοκράτορα Ρωμανού, δηλώνοντας έτσι ότι ο Τσιμισκής αποτελεί τον εγγυητή του θρόνου.


Λίγη ώρα αργότερα, κι ενώ η Πόλη ξυπνούσε και συγκλονιζότανε από το τρομερό γεγονός, ο Ιωάννης, συνοδευόμενος από τη Θεοφανώ και τους μικρούς συναυτοκράτορες, όσους έλαβαν μέρος στη συνομωσία και τους αυλικούς κατυευθύνθηκε στη χρυσή αίθουσα του θρόνου, στο χρυσοτρικλίνιο, φόρεσε τα διακριτικά του αυτοκρατορικού αξιώματος και κάθισε στο θρόνο. Η  είδηση της δολοφονίας είχε γίνει γνωστή, στρατιώτες είχαν καταλάβει επίκαιρες θέσεις για να αποτρέψουν αντεπανάσταση κάτι που όμως δεν χρειάστηκε.  Εν τω μεταξύ τη χιονοθύελλα διαδέχτηκε μια πυκνή ομίχλη δημιουργώντας μια απόκοσμη ατμόσφαιρα. Το άψυχο κορμί του Φωκά κείτονταν στο έδαφος κάτω από το παράθυρο του δωματίου του βάφοντας κόκκινο το χιόνι. Υπηρέτες  μάζεψαν το πτώμα και με ξύλινο φορείο το μετέφεραν στο βασιλικό νεκροταφείο των Αγίων Αποστόλων και χωρίς κηδεία το απόθεσαν σε μια μαρμάρινη σαρκοφάγο. Αυτό ήταν το μαρτυρικό τέλος του Νικηφόρου Φωκά, του αήττητου στρατηλάτη αυτοκράτορα, του ευσεβούς χριστιανού αλλά και του πλανημένου άνδρα από μια γυναίκα.


Ο νέος αυτοκράτορας θα προβεί σε άμεσες αντικαταστάσεις των συνεργατών του Φωκά, ώστε να αποτραπεί κάθε πιθανότητα εξέγερσης. Έτσι απέμενε η τελετή στέψης του, την οποία όμως ο Πολύευκτος δεν πραγματοποιούσε αν δεν ικανοποιούντο τρεις όροι… Αυτοί ήταν η άμεση ανάκληση των νόμων Φωκά για τον κλήρο, η εκδίωξη της Θεοφανούς, αλλά και να ανακαλύψει (!) ποιοι ήταν αυτοί που διέπραξαν το αποτρόπαιο έγκλημα.




Ο όρος που ικανοποίησε άμεσα ο Τσιμισκής ήταν η εκδίωξη της Θεοφανούς, που εξορίστηκε στα Πριγκιπόννησα. Αν και για το θέμα αυτό έχουν λεχθεί πολλά, εντούτοις είναι γεγονός ότι ο έξυπνος τρόπος που χειρίστηκαν το θέμα οι άλλοι, δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια να πράξει διαφορετικά. Στη συνέχεια προέβη στην ανάκληση όλων των νόμων Φωκά, προχωρώντας με δική του πρωτοβουλία ακόμη περισσότερο, αφού θα μοιράσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε κοινωφελείς οργανισμούς, θα παράσχει ατέλεια φόρου στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Αρμενία, ενώ θα μοιράσει και μέρος του κρατικού θησαυροφυλακίου σε αρκετό κόσμο…
Θεωρητικά το ακανθώδες πρόβλημα ήταν ο τρίτος όρος, που αναφερόταν στην τιμωρία των ενόχων, αλλά και γι΄αυτό βρέθηκε τελικά λύση… αφού ο Τσιμισκής θα κατηγορήσει ως υπεύθυνους δύο συνεργάτες του, τους Λέοντα Βαλάντη και Θεόδωρο (Ή Γυφτοθόδωρο για τον Ζωναρά), τους οποίους και εξόρισε. Τα άτομα αυτά συνετέλεσαν βέβαια στην δολοφονία Φωκά, αλλά δεν ήταν οι μόνοι ούτε και οι αρχηγοί της …


Ο πατριάρχης, για να απαλλάξει τον Ιωάννη από την ενοχή ανθρωποκτονίας και να μπορέσει να τον στέψει, προέβη σε ένα σοφιστικό τέχνασμα. Με συνοδική πράξη, ορίσθηκε η στέψη του αυτοκράτορα ισοδύναμη με το χρίσμα της βάφτισης και ικανή για εξάλειψη κάθε προηγούμενης αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του εγκλήματος φόνου. Οι διπλωματικές ισορροπίες είχαν βρεθεί και ο Πατριάρχης προχώρησε στη στέψη του νέου αυτοκράτορα ανήμερα των Χριστουγέννων του 969.


Η Θεοφανώ δε δέχτηκε στωικά την ατίμωσή της. Λίγους μήνες μετά, δραπέτευσε  και ζήτησε άσυλο στην Αγία Σοφία. Ήλπιζε άραγε ότι ο Τσιμισκής, μόλις ξεπεραστούν οι δυσκολίες, θα την έπαιρνε ξανά δίπλα του; Το μόνο που κατάφερε ήταν να δει για τελευταία φορά τον άνθρωπο για τον οποίο θυσίασε τα πάντα αλλά κείνος την εγκατέλειψε. Η τελευταία συνάντηση ήταν εξαιρετικά βίαιη. Η Θεοφανώ έβρισε τον Τσιμισκή και μετά, μέσα σ΄ ένα παροξυσμό οργής, ρίχτηκε  με γροθιές πάνω του. Χρειάστηκε να την απομακρύνουν δια της βίας από την αίθουσα των συνεδριάσεων. Αλλά ο παντοδύναμος υπουργός, ο παρακοιμώμενος Βασίλειος, κατόρθωσε να την εξορίσει στην Αρμενία.Η ζωή της είχε τελειώσει.



Εκεί παρέμεινε έξι χρόνια, ως τη μέρα του θανάτου του Τσιμισκή. Τότε, το 976, ανακλήθηκε στην Πόλη, κοντά στους γιους της που είχαν γίνει κάτοχοι  της υπέρτατης εξουσίας. Αλλά είτε γιατί η υπερηφάνεια της είχε τσακίσει και η φιλοδοξία της είχε σβήσει, ή πράγμα που είναι και το πιθανότερο, γιατί ο παντοδύναμος παρακοιμώμενος Βασίλειος είχε θέσει αυτόν το όρο κατά την επιστροφή της, φαίνεται ότι δεν έπαιξε πια κανένα ρόλο στο κράτος. Πέθανε στο παλάτι με άγνωστο τρόπο, δεν ξέρουμε καν πότε, και έτσι ως το τέλος το πεπρωμένο αυτής της φιλόδοξης, γοητευτικής και διεστραμμένης πριγκίπισσας διατηρεί κάτι το αινιγματικό και μυστηριώδες.




Το Νοέμβριο του 970, ο Τσιμισκής παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, μία από τις πέντε αδερφές του Ρωμανού Β΄ που είχε εγκλειστεί σε μοναστήρι από τη Θεοφανώ. Ο Ιωάννης Τσιμισκής αρρώστησε στην Αντιόχεια και στις 10 Ιανουαρίου του 976, πέθανε στην Κωνσταντινούπολη. Ο πρόωρος θάνατος του Τσιμισκή αποδίδεται από ορισμένους συγγραφείς σε δηλητηρίαση από υπηρέτη του αυτοκράτορα, ο οποίος δωροδοκήθηκε από τον Βασίλειο Λεκαπηνό. Ο τελευταίος είχε πληροφορηθεί δυσμενή σχόλια του αυτοκράτορα για τη μεγάλη και παράνομη αύξηση της περιουσίας του και θέλησε να προλάβει την αντίδρασή του. Υπάρχει και η άποψη ότι ο αυτοκράτορας δηλητηριάσθηκε από την αδερφή της Θεοφανώς, προφανώς για να εκδικηθεί τη συμπεριφορά του προς την πρώην ερωμένη του. Το σώμα του Ιωάννη Τζιμισκή τοποθετήθηκε στο ναό του Σωτήρος στη Χαλκή Πύλη,που ο ίδιος ο αυτοκράτορας είχε ανακαινίσει.


Η πολιτική και ο χαρακτήρας καθιστούσαν τον Νικηφόρο Φωκά αντιδημοφιλή, όμως ο Λέων Διάκονος που εξιστορεί την ιστορία του, είναι κατηγορηματικός, ότι αν η ζηλόφθονη τύχη δεν τον απήγαγε από την ζωή, θα προσέφερε στεφάνια δόξας στην ηγεμονία των Ρωμαίων τέτοια που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ.


Παρά τό φιλομόναχο πνεῦμα του ὁ Νικηφόρος ὡς αὐτοκράτωρ ἐτάχθη κατά τῆς ἱδρύσεως πολλῶν Μονῶν μέσα στίς πόλεις καί εὐνόησε τήν ἵδρυση Μονῶν στήν ὕπαιθρο. Ἡ ἐξύμνηση τοῦ ἤθους τοῦ Φωκᾶ ἀπό τόν Ἀγιο Ἀθανάσιο καί ἡ συγκίνηση γιά τό μαρτυρικό του τέλος ὁδήγησαν τόν ἁγιογράφο τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας νά παραστήσει τόν Νικηφόρο μέ φωτοστέφανο Ἁγίου καί νά κρατεῖ στά χέρια του τό Χρυσόβουλλο-ἐπίσημο διάταγμα-μέ τό ὁποῖο δίδει χρηματική δωρεά γιά τήν ἀνέγερση τῆς Λαύρας. Το στέμμα του, το ευαγγέλιό του, το αυτοκρατορικό σκήπτρο του, ο βασιλικός σάκκος του και άλλα πολλά βρίσκονται στο μοναστήρι του Γέροντά του, Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Η έντονη θρησκευτικότητά του και το τραγικό τέλος του συνετέλεσαν, ώστε μοναχοί του Αγίου Όρους να τον ανακηρύξουν μάρτυρα και η μνήμη του να τιμάται στις 11 Δεκεμβρίου.


Ὅποιος ἐπισκέπτεται σήμερα τό Ἅγιον Ὄρος καί πολύ περισσότερο τήν ἀρχαιοτέρα Μονή, δηλ. τήν Μεγίστη Λαύρα, ἄς ἀνάβει ἕνα κερί ἐπικαλούμενος τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καί ἕνα ἄλλο κερί γιά νά ἀναπαυθεῖ ἡ ψυχή τοῦ ἐνδόξου καί εὐλαβοῦς αὐτοκράτορος Νικηφόρου Φωκᾶ. Ἡ Θεία Πρόνοια εὐδόκησε νά ἔχουμε τήν συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τῆς Ρωμηοσύνης γιά νά ἱδρυθεῖ καί νά ἀνθήσει ἡ ὀργανωμένη μοναστική κοινότητα τοῦ Ἄθωνος.


Και γιά ἐκείνους πού διερωτῶνται ἄν ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί πρέπει νά ἀσχολούμεθα καί μέ τά ζητήματα τοῦ ἔθνους καί τῆς πατρίδος θυμίζω ὅτι ἡ Παναγία εὐλόγησε τήν ἵδρυση τοῦ πρώτου Ἀθωνικοῦ μοναστηριοῦ ἀπό τόν Ἄθανάσιο, ὁ ὁποῖος μόλις εἶχε γυρίσει ἀπό τήν ἀπελευθερωμένη Κρήτη. Ἕνας μοναχός, πού προσηύχετο γιά νά ἐνισχυθεῖ ὁ Νικηφόρος καί ὁ στρατός του κατά τῶν Σαρακηνῶν, ἔλαβε τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τήν Ὑπέρμαχο Στρατηγό τοῦ Γένους νά οἰκοδομήσει τό πρῶτο Ἀγορείτικο μοναστῆρι καί νά καταγράψει τίς ἀρχές πού διέπουν τά ἀθωνικά κοινόβια.


Ἄς εὐχηθοῦμε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος νά πρεσβεύει ὑπέρ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν του. Ἐπίσης ἄς προσευχηθοῦμε ὁ Ἐλληνορθόδοξος λαός μας νά βρεῖ καί σήμερα κυβερνῆτες μέ πίστη καί πατριωτισμό, ὅπως ὁ ἀοίδιμος Νικηφόρος Φωκᾶς. 
Επιμέλεια κειμένου Χώρα Του Αχωρήτου
Πηγές:
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/09/blog-post_182.html
http://www.mixanitouxronou.gr/i-aftokratira-theofano-pou-tin-katigorisan-oti-dolofonise-tris-aftokratores/
http://ikee.lib.auth.gr/record/131381/files/GRI-2013-10124.pdf, ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΚΟΥ
https://el.wikipedia.org/wiki/Θεοφανώ_(10ος_αιώνας)



Το κείμενο αναδημοσιεύεται με τη σύμφωνη γνώμη της διαχειριστικής ομάδας της σελίδας Χώρα Του Αχωρήτου, την οποία απαιτεί οποιαδήποτε περαιτέρω αναδημοσίευση του.

http://choratouaxoritou.gr/?p=57882